Πολιόχνη V (Κίτρινη περίοδος)
Οι περισσότεροι κάτοικοί της μάλλον μετοίκησαν στο Κουκονήσι, το οποίο γνωρίζει ιδιαίτερη ακμή κατά την επόμενη περίοδο, τη λεγόμενη Καστανή. . Η Κίτρινη περίοδος της Πολιόχνης, της προϊστορικής πόλης που ανακαλύφθηκε στην ανατολική Λήμνο, κοντά στο χωριό Καμίνια, είναι η πιο ακμαία περίοδος της πόλης και αντιστοιχεί στην περίοδο 2400-2100 π.Χ.Υπάρχει αγορά γύρω από τον κεντρικό πλακόστρωτο δρόμο, στην οποία προφανώς έρχονται τόσο οι Λήμνιοι της ενδοχώρας, όσο και ξένοι έμποροι από τη θάλασσα. Η κεραμική έχει βελτιωθεί. Χρησιμοποιείται ένα νέο μίγμα από άργιλο και τα αγγεία ψήνονται καλύτερα.
Οι δυο πόλεις έχουν ταυτόσημους αλληλοεπηρεαζόμενους πολιτισμούς, αλλά η τεχνική της Πολιόχνης είναι πιο προηγμένη. Τρανότερο παράδειγμα της σχέσης των δύο πόλεων αποτελεί ο χρυσός Θησαυρός της Πολιόχνης, που είναι ανάλογος με το Θησαυρό του Πριάμου, που ανακάλυψε ο Σλήμαν στην Τροία. κάτι που σημαίνει ότι, παρά τη μακροχρόνια χρήση του χαλκού για 600 και πλέον χρόνια, κάποια αντικείμενα είναι ακόμα αναντικατάστατα. Η ακμαία αυτή πόλη είχε τραγικό τέλος.
σύμφωνα με τη χρονολόγηση της Ιταλικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών. Η Κίτρινη Πολιόχνη είναι η πιο ακμαία περίοδος στην ιστορία αυτής της πόλης. Αντίθετα στους ανατολικούς λαούς έχουν ήδη εμφανιστεί τα πρώτα ιερά.
Η Πολιόχνη διευρύνεται και άλλο και καταλαμβάνει έκταση σχεδόν δύο εκτάρια. Δύο τουλάχιστον κάτοικοί της υπήρξαν θύματα αυτού του σεισμού, αφού βρέθηκαν καταπλακωμένοι από τα ερείπια ενός μεγάρου, κοντά στην έξοδό του. Μετά την καταστροφή αυτή η Πολιόχνη ποτέ πια δεν θα αποκτήσει την παλιά της αίγλη.
Διακρίνονται δύο κατηγορίες αγγείων: τα καθημερινά, που είναι απλούστερα και πιο ανθεκτικά και τα επίσημα, που είναι πιο λεπτά, πιο εύθραυστα και πιο περίτεχνα διακοσμημένα. Χαρακτηριστικό είναι το περίφημο δέπας αμφικύπελλο, το οποίο αναφέρει αργότερα ο Όμηρος. Γενικά, τα αγγεία διαφέρουν πολύ από τα παλιότερα.
Κατασκευάζονται δημόσια πηγάδια, αγωγοί ύδρευσης και σύστημα αποχέτευσης (μικρός υπόνομος). Ο πληθυσμός της πόλης αυτή την εποχή υπολογίζεται σε 600-800 κατοίκους. Επίσης, χάλκινες αιχμές δοράτων, αγκίστρια, καρφιά κ.λπ.
Οι καρφίτσες, τα σκουλαρίκια, τα δαχτυλίδια, τα βραχιόλια, τα περιδέραια και τα άλλα περίτεχνα κοσμήματα φανερώνουν ότι η Πολιόχνη δεν ήταν ξεκομμένη από τους άλλους αιγαιοπελαγίτικους πολιτισμούς αλλά ένα ιδιόμορφο κομμάτι τους, μια παραλλαγή τους. Υπάρχουν όμως και άλλα κοινά μεταξύ της Πολιόχνης και των πρωτοελλαδικών οικισμών, που δείχνουν ότι η Πολιόχνη δέχθηκε μεν την επίδραση των μικρασιατικών πληθυσμών, που ήταν οι φορείς της τέχνης του χαλκού (ίσως να αποικίστηκε κατά καιρούς από αυτούς), χρησιμοποίησε αυτή τη γνώση, που σε συνδυασμό με τη γεωγραφική της θέση της έδωσε πλούτο και δύναμη, αλλά παράλληλα οι κάτοικοί της διατήρησαν τα παραδοσιακά αιγαιοπελαγίτικα πολιτισμικά τους στοιχεία. Εκτός από τη λιτότητα της διακόσμησης αυτό φαίνεται και από το γεγονός ότι δεν βρέθηκαν ναοί ενώ είναι ελάχιστα τα λατρευτικά είδη (γύρω στα 20 οστέινα ειδώλια). Αυτό δεν είναι τυχαίο.
Κατασκευάζονται σουρωτήρια, νεροχύτες (χύτρες με κρουνό), μεγάλα πιθάρια με ποικίλα διακοσμητικά στοιχεία και με διάφορους τύπους χειρολαβών. Γύρω στο 2100 ισοπεδώθηκε από ένα μεγάλο σεισμό.
Οι πρωτοελλαδίτες του Αιγαίου είχαν υποτυπώδεις θρησκευτικές ιδέες. Για την κατασκευή τους χρησιμοποιείται η επαναστατική τεχνική του τροχού.
Επίσης, δεν είναι τυχαίο, ότι δεν έχει βρεθεί η νεκρόπολη της Πολιόχνης. Η καταστροφή ήταν τόσο φοβερή, ώστε η πόλη εγκαταλείφθηκε από τους κατοίκους της, οι οποίοι δεν επέστρεψαν ούτε για να μαζέψουν τα πολύτιμα αντικείμενα, που άφησαν στα ερείπια, ανάμεσα στα οποία και τα χρυσά κοσμήματα.
Μόνο δυο τεφροδόχες με στάχτη νεκρών έχουν βρεθεί, δείγμα ότι ίσως έκαιγαν τους νεκρούς τους. Την Κίτρινη περίοδο νέες τεχνικές αγγειοπλαστικής έφθασαν στην πόλη από τα ελλαδικά κέντρα πολιτισμού. Αντιστοιχεί στην επίσης πολύ αναπτυγμένη Τροία ΙΙ-ΙΙΙ.
Τα πρωτοελλαδικά νεκροταφεία είναι επίσης ελάχιστα. Γίνονται προσπάθειες κοινωνικής οργάνωσης.
Δημιουργούνται δημόσιοι χώροι, διοικητήριο, πλακόστρωτοι δρόμοι, πλατείες κ.λπ. Τα κοσμήματα έχουν πλήθος από σκαλίσματα λεπτής τεχνικής, θυμίζουν τη λιτότητα του αρχαϊκού ελληνικού ρυθμού αλλά έχουν και ανατολίτικες επιρροές.
Στους ευρείς δρόμους υπάρχουν μεγάλες κατοικίες με βοηθητικούς χώρους, ενώ στα σοκάκια μικρότερες, δείγμα κοινωνικών ανισοτήτων. Κανείς ναός ή ιερό δεν έχει βρεθεί στον ελλαδικό χώρο από αυτή την περίοδο.
Εξακολουθούν όμως να χρησιμοποιούνται και ορισμένα κοκάλινα εργαλεία, όπως βελόνες, μαχαιρίδια κ.ά.
